Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ναδίρ

Σήμερα το κείμενο δεν θα είναι ευχάριστο. Γιατί η πραγματικότητα το απαγορεύει... όπως και η μέρα που μόλις πέρασε...

Σ' ένα στενό, μιας πόλης, τρείς διπλανές, γκρίζες πολυκατοικίες. Τα παράθυρα, από τη μεριά του δρόμου κοιτάζουν το ένα μέσα στο άλλο. Είναι σαν σπίτια που επικοινωνούν. Ίδιος μολυσμένος αέρας μπαίνει και βγαίνει από αυτά. Ο αέρας της πόλης. Από την πολλή γκρίζα ομίχλη δε φαίνεται πια ως την παραλία.

Ανοίγει τα στόρια, μια κοπέλα νέα, μόνη. Το σπίτι μέσα άδειο, ακατάστατο, ρούχα πεταμένα παντού. Εκείνη μόλις έχει ξυπνήσει. Ή μάλλον, δεν ξύπνησε, γιατί δεν κοιμήθηκε. Απλώς ξάπλωνε στο στρώμα που είναι αφημένο στο πάτωμα, πάνω στα σανίδια. Ξέχασε να ξεμοντάρει το κρεβάτι, είναι ακόμα στις κούτες. Είχε επενδύσει σ΄αυτό το κρεβάτι. "Ελάτε σε μάς, για έπιπλα με τιμές κόστους". Η κοπέλα που της το έδειξε, εξουθενωμένη από την πολύωρη ορθοστασία, της χαμογελούσε εξαντλημένα. "Έχει πολύ ωραίο χρώμα, στήνεται εύκολα, είναι άνετο και φτηνό...". Φορούσε την ίδια μπλούζα όπως μερικοί δεκάδες υπάλληλοι στο ίδιο παράρτημα της συγκεκριμένης αλυσίδας πολυκαταστήματος. Δεν πρόσεχε πια τι της έλεγε η κοπέλα. Εκτός από τη μπλούζα της, τα μάτια τους ήταν ίδια, όλων των υπαλλήλων εκεί μέσα. Θολά. "Για πεντακόσια ευρώ". Σκέφτηκε. Οι g700 έγιναν g500. Καλά πάμε, σκέφτηκε μισοαστεία μισοσοβαρά.

Ήταν και δική της πρώτη μέρα στη δουλειά. Θυμάται την όρεξη, τα όνειρα, πήγε για να πετύχει. Ήθελε να πετύχει. ΕΠΡΕΠΕ να πετύχει. Έχουν περάσει δυο μήνες. Ξαπλωμένη αρκετή ώρα στο στρώμα που είχε αφήσει στο πάτωμα, κοιτούσε μια τα κομμάτια του καινούριου κρεβατιού στις κούτες  - είχε σπάσει ήδη το ενα ποδαράκι - μια τον παμπάλαιο, εποχής 60 και βγάλε, ξεχαρβαλωμένο ανεμιστήρα που κρεμόταν από το ταβάνι. Και δούλευε όπως όπως μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη. Στο τρομακτικά μικρό μπαλκόνι της, μια απλώστρα για ρούχα, με δυο τρία χρωματιστά φανελάκια απλωμένα. Είχε πάρει χρωματιστά μανταλάκια, να τα βλέπει και να της φτιάχνει η διάθεση, στο γκρίζο τοπίο. Το τασάκι πάνω στο τσίγγινο πολυκαιρισμένο τραπεζάκι, γεμάτο αποτσίγαρα. Κάθισε, έκανε έναν μικροσκοπικό ελληνικό καφέ, και άναψε ένα ακόμα. Στην πρώτη ρουφηξιά, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Τα είχε δώσει όλα, και ήταν πτώμα στην κούραση.

"Δεν πέρασαν ούτε δύο μήνες". "Πλεονάζον προσωπικό." "Εργασιακή εφεδρεία". "Βιαστική... απόλυση". Απόλυση. Με πολλές λέξεις - κλισέ. Η αποζημίωση κομμένη, η μικροσκοπική τηλεόραση, με χαμηλωμένο τον ήχο στο σαλονι, δείχνει κάτι εκτρωματικές φιγούρες βγαλμένες από το χειρότερο εφιάλτη του Πόε και τις χειρότερες φαντασιώσεις του Ντε Σάντ μαζί, να σχολιάζουν τη "σωτηρία της πατρίδας" με μερικούς οικονομικούς δείκτες. Αποζημίωση κομμένη, τα μανταλάκια αράδα, τα αποτσίγαρα στο τασάκι, και ήθελα τόσο να πετύχω. ΝΑ ΠΕΤΥΧΩ. Κάποτε είχα όνειρα, φιλοδοξίες, κάποτε πίστευα στο μυαλό μου. Στον εαυτό μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να πετύχω. Μου κουρελιάζουν την αξιοπρέπεια. Αύριο για πεντακόσια. Σήμερα για τίποτα. Δε με χρειάζονται στη δουλειά. Που πάω. Κι έχω τρείς μέρες να αφήσω το σπίτι. Θα το έφτιαχνα. Θα ήταν δικό μου. Δε θα με έβλεπε πια ο μπαμπάς να μεγαλώνω μαζί του. Κάθε μήνα του κλέβουν και κάτι παραπάνω από όσα πλήρωσε τόσα χρόνια, για τα γεράματά του. Εγώ όμως, του κλέβω τη χαρά.

Κοιτάζει με θολά μάτια στο απέναντι παράθυρο....

Ένας νιόπαντρος, κουστουμαρισμένος γιάπης, με κινητό και χαρτοφύλακα. Θα ναι δε θα ναι τριανταπέντε χρονών.  Σε ένα σπίτι μαυροφορεμένο. Ταϊζει ένα μωρό, με ένα μπιμπερό. "Έπρεπε να φύγω κύριε Διευθυντά... " τον ακούει που λέει στο τηλέφωνο. "Για δυο λεπτά" "Δεν έχω που να το αφήσω και αρρώστησε". Από την άκρη της γραμμής ακούγονται ουρλιαχτά και απειλές απόλυσης. Μάλλον ο διευθυντής δεν πρόσεξε τη μαύρη γραβάτα του γιάπη. Ούτε το σκοτεινιασμένο βλέμμα. Ο νέος άντρας πενθεί. Κάποιον ή κάποιαν δεν έχει σημασία. Δεν ακούγονται τόσα μέσα από τα παράθυρα. Μόνο το κλάμα του μωρού που δε θέλει το γάλα σκόνη που του πιέζουν στο στόμα με το μπιμπερό... Ακούγεται το κινητό να πέφτει με παταγο στο πάτωμα. Και ένα αχνό σήμα κατηλλημένης γραμμής. Το μωρό κλαίει πιο δυνατά τώρα. Και ο κουστουμαρισμένος νεαρός με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Σε θέση απελπισίας.

Ο αέρας ανακατεύει τους ήχους από τα δυό παράθυρα και τα φτάνει στο τρίτο. Ένας πιτσιρικάς μόλις έχει αμολήσει το σκέιτμπορντ σε μια γωνιά, και έχει βάλει μουσική.....






Αράζει στο πι-σί, με μόνο σύμμαχο μια λάμπα που φωτίζει το γραφείο του. Άλλο ηλεκτρικό ρεύμα δεν επιτρέπεται να καταναλωθεί. Οι γονείς μαλώνουν μέσα. Τους χαμηλώνει στο νού του. Χαμηλώνει τον ήχο. Χαμογελάει στον εαυτό του. Ανοίγει το μπλόγκ του και γράφει... γράφει ό,τι του κατέβει. Θυμός αυθόρμητος. Ορμή, ιδρώτας, και πολλά ερωτηματικά. Αναπάντητα. Δεν ξέρει από τσιγάρα. Προτιμάει το μπάσκετ.
"Είμαστε μικροί ακόμα ρε. Και δεν έχετε το δικαίωμα να μας στερείτε τα όνειρα"
Ξεκινάει...

Έχει ακούσει τις ιστορίες από τα διπλανά παράθυρα. Βλέπει τα πρόσωπα, το δρόμο κάτω, και το μηχανακι του περιπτερά που αφήνει πίσω του ένα μαύρο σύννεφο. Στη γωνία κάτι τύποι που μιλάνε σπαστά έχουν μεθύσει ήδη με μπύρες.
"Είμαστε μικροι ακόμα. Δεν έχετε το δικαίωμα".

Έτσι θα ξεκινήσει το γράψιμο. Το πήρε απόφαση.


7 σχόλια:

  1. ...
    και ολοένα "ελευθερώνουν"τη χώρα από την χρεωκοπία,βάζοντας το μέλλον μας για υποθήκη.
    Επιστροφή στη φτώχια των παππούδων μας;

    Πόσο θα ήθελα τη νεαρή κοπέλα να βοηθήσει τον γιάπη με το μωρό του. Αντέχει όμως;
    Τα μάτια του διευθυντή θολά από την αβεβαιότητα, πού να προσέξει τις λεπτομέρειες;Πώς να μην σου πουλήσει χάρτινο κρεββάτι η πωλήτρια των 500ευρώ;
    Σε όλα τα στρώματα, παίρνουμε φθηνά κρεββάτια πιστεύοντας πως θα μας κρατήσουν μακρυά από το πάτωμα για πάντα. Και μια νύχτα μπουμ! προσγειωνόμαστε στην αλήθεια.

    Συγγνώμη για το παραπολυγραφείν. Το μαγευτικό σου κείμενο όμως είναι μούσα.

    φιλιά πολλά

    κι εύχομαι καλύτερες μέρες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν ξέρουν με ποιον τα βάζουν. Ή για την ακρίβεια, διαμορφώνουν αυτόν με τον οποίο δε γίνεται να τα βάζουν.

    Η ασφυκτική πίεση θα δημιουργήσει εκρήξεις, είναι σίγουρο. Το παρατηρώ σε όλες τις γενιές και όλους τους κλάδους.

    Περνάμε δύσκολες ώρες, θα περάσουμε δυσκολότερες, αλλά στο τέλος τα πράγματα δε γίνεται παρά να οδηγήσουν σε νέες καταστάσεις εντελώς διαφορετικές. Αν δε φοβόμαστε το καινούριο, έχουμε θάρρος και όραμα μέσα από τις κακουχίες, ο κόσμος μας σε λίγα χρόνια θα είναι πολύ διαφορετικός - κι ελπίζω πολύ πολύ καλύτερος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι να πω, εμείς έξω είμαστε και όλα αυτά τα μαθαίνουμε μόνο από ειδήσεις... Καμιά φορά σκέφτομαι κακώς φύγαμε, θα έπρεπε να παλέψουμε να φτιάξουμε την χώρα όπως την θέλουμε... Μετά σκέφτομαι, εντάξει, δεν μπορώ να υποτιμάνε την νοημοσύνη μου. Ύστερα πάλι σκέφτομαι, δηλαδή όλοι αυτοί που μείνανε πιο χαζοί από μένα είναι? Αργότερα συνειδητοποιώ πως ίσως δεν είχαν ακόμα την ευκαιρία, και πως ίσως εγώ στάθηκα πιο τυχερη... Άλλες φορές νιώθω τύψεις... Τύψεις που εγώ είμαι καλά έξω και περιμένω να περάσει η μπόρα την ώρα που η Ελλάδα γκρεμίζεται και τα όνειρα που κάναμε όταν μόλις ξεκινούσαμε μπαίνουν υποθήκη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @thalassamov....
    αυτά που γράφεις είναι άμεση προέκταση των σκέψεών μου... και μη φοβάσαι να πολυλογείς εδώ :) πάντα εκτιμάται :)

    Πραγματικά ο κόσμος έχει κουραστεί τόσο πολύ που πιστευω ότι δεν έχει δυνάμεις ακόμη και αλληλοβοήθειας... φοβάμαι ότι δεν έχουμε όμως άλλη επιλογή :) και ίσως εκεί θα αποδειχτεί η ανθρωπιά του καθενός.

    Και είναι η πιο όμορφη σκέψη. Εύχομαι κι εγώ καλύτερες μέρες. Σε φιλώ :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ Άρη να φανταστείς οτι τα μισά από όσα γράφτηκαν παραπάνω είναι πραγματικά γεγονότα, ειδικά η ιστορία της κοπέλας. Εντάξει εδώ είναι λίγο "λογοτεχνικά" διανθισμένα αλλά η αλήθεια είναι ίδια και απαράλλαχτη. Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω ότι δεν κοιμόμαστε και έχουμε όση δύναμη λές. Αλλά μάλλον πρέπει να φτάσουμε στο αμήν για να τη βρούμε. Και τότε πραγματικά μπορεί να ξεπηδήσει κάτι άλλο... αν και θα ξεπηδήσει μέσα από πολύ βίαιες καταστάσεις..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @ Sunshine το ξέρεις ότι σας σκέφτομαι πάντα ως τους πιο θαρραλέους ανθρώπους γι' αυτό που κάνατε. Πήγατε σε μια χώρα χωρίς κανέναν γνωστό, με μόνο όπλο τις γνώσεις και την όρεξή σας, και χτίσατε καριέρα και ζωή. Μακάρι να είχα τη δύναμη να το κάνω, και προβλέπω ότι αν συνεχιστεί για λίγο ακόμη το "έργο" που "παίζεται" εδώ, θα την βρώ πολύ άνετα. Μην μετανιώνεις για τίποτα, όλοι οι νέοι άνθρωποι που ζούνε έξω έχουν την καρδιά τους στην Ελλάδα, αλλά δεν θα θυσιάσουμε και τα νιάτα μας - και καλά κάνουμε δλδ. Αν η Ελλάδα αγαπούσε τα παιδιά της... αυτό θα ήταν μια άλλη συζήτηση ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή